Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Φιλοσοφία-Θεολογία

Φιλοσοφία-Θεολογία
Η αγάπη προς τη σοφία, ωθεί στην αναζήτηση της αλήθειας, που αποτελεί το γνωστικό αντικείμενο της φιλοσοφίας. Κι όπως έλεγε ο Πυθαγόρας, ο Θεός, μόνον, είναι σοφός, ο άνθρωπος μπορεί να γίνει φίλος της σοφίας.
Προϋπόθεση για τη γνώση της αλήθειας είναι η ελευθερία. «γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (κατ. Ιωάνν. 8,32)
Πνευματική εξέλιξη χωρίς ελευθερία δεν επιτυγχάνεται. Υπάρχει η ψευδαίσθηση περί αυτής, όταν κάνει κανείς ό,τι επιθυμεί, αγνοώντας, όχι τον άλλον, μόνον, αλλά τη ζωή ως κατάσταση σχέσεως.
Η ελευθερία του ανθρώπου είναι σχετική με μια βαθύτερη γνώση που κυοφορεί η άχρονη ύπαρξή του, η οποία τον συνδέει με το παρόν. Η γνώση αυτή δεν μεταδίδεται και δεν μεταβιβάζεται ως πληροφορία, αλλά αφορά μία προσωπική κατάκτηση που φέρει στην επίγνωσή του τη σχέση του με τον άλλον και το όλον (συνειδητότητα της αγάπης).
Η φιλοσοφία, ουσιαστικά, εισέρχεται στο χώρο της Θεολογίας, για το λόγο ότι η αλήθεια δεν είναι άσχετη με το Θεό και τη σχέση του με τον άνθρωπο. Εξάλλου, είναι αδύνατον, χωρίς αυτογνωσία να υπάρξει θεογνωσία και αντίστοιχη θεολογία, γι’ αυτό τα όρια ανάμεσα στη φιλοσοφία και στη θεολογία είναι ακαθόριστα και μη διακριτά.
Όσο προχωρεί κανείς στη γνώση της αλήθειας του Εαυτού, μέσω της φιλοσοφίας, τόσο ανοίγεται το πεδίο της υπερβατικής του φύσεως, που τον συνδέει με το όλον. Όσο προχωρεί στο βάθος της υπάρξεως, τόσο ανακαλύπτει τη σχέση του με το απόλυτο, το οποίο δεν το βρίσκει μέσα στον κόσμο της σχετικότητας. Εδώ, υπό το κράτος της υλιστικής κοσμοθεωρίας, ο άνθρωπος περιορίζεται μέσα σε όρια, η σχέση του όμως με το σύμπαν υπάρχει, άσχετα, εάν έχει υποστεί τη λήθη και πλέον δεν τη γνωρίζει. Υπό την επίδραση του χρόνου και της πλάνης των αισθήσεων δεν μπορεί να ανακαλύψει ο άνθρωπος τη σχέση του με την πηγή της αλήθειας.
Είναι γνωστό ότι στη βιολογική δομή του ανθρώπου υπάρχουν όρια. Επόμενο, είναι, λοιπόν, να βρίσκεται υποκείμενος σ’ αυτά. Όμως δεν είναι μόνον φυσικό όν! Ο Θεός μεσολαβεί δια μέσω του Λόγου ώστε να δοθεί ο σαφής προσανατολισμός προς την άχρονη αξία της υπάρξεως η οποία δοκιμάζεται μέσα στη σχετικότητα.
Μέσω του μυστηρίου της σχέσεως με το Λόγο επέρχεται η διάρρηξη των ορίων του ώστε να εισέλθει σ’ αυτή την πηγή, η οποία αφενός μεν είναι ακένωτη κι αφετέρου τον συνδέει με το άπειρο στο οποίο ανήκει.
Η φιλοσοφία προ Χριστού ως ένα αποτέλεσμα εξελιγμένων οντοτήτων, ήταν ένθεη και έφτασε, όπως γνωρίζουμε, σε πολύ μεγάλα ύψη στην αρχαία Ελλάδα, οι οποίες διαπέρασαν το χρόνο με τη σκέψη τους. Μετά Χριστόν, η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι δυνατόν, να αγνοήσει ή να παρακάμψει την ιστορική πραγματικότητα της θεανθρωπήσεως του Λόγου.
Η αλήθεια αποκτά πρόσωπο και κατατίθεται ως Λόγος. «εγώ ειμί η οδός η αλήθεια και η ζωή».
Μετά απ’ αυτή την κατάθεση χρεώνεται η ανθρωπότητα ολόκληρη και ο καθένας προσωπικά.
Η διάσταση του χρόνου, όπως είναι γνωστό, γίνεται αντιληπτή μέσα από τις μεταβολές της ύλης που συμβαίνουν στο φυσικό επίπεδο. Αν δεν υπήρχε η περιοριστική αντίληψη που υπαγορεύεται από τις αισθήσεις του ανθρώπου, η κοσμοθεωρία του υλισμού δεν θα έβρισκε έδαφος.
Η σκέψη γίνεται ανάλογη, πάντα, με την παιδεία και το επίπεδο συνειδητότητας, όσο ο άνθρωπος προχωρεί στην αυτογνωσία του, τόσο αίρονται οι δεσμεύσεις του και ανοίγονται οι ορίζοντες.
Οι επιπτώσεις του χρόνου στο φυσικό σώμα είναι αισθητές, αλλά η ελευθερία του ανθρώπου έγκειται στη δυνατότητά του να μην κυριαρχείται από το σώμα και τις αισθήσεις του. Αυτό είναι εφικτό και συμβαίνει, μόνον στην περίπτωση που αποκτά επίγνωση της άχρονης υπάρξεώς του και της αδιάλειπτης συνέχειας της ζωής! Τότε χρησιμοποιεί το σώμα ως μέσον. Το σώμα όπως γνωρίζουμε θεωρήθηκε σήμα-τάφος από τους Ορφικούς και αυτό πίστευε και ο Πλάτων. Ο Ελληνικός Πολιτισμός στην αρχαιότητα προέβαλε την ένθεη φύση του ανθρώπου και τον ένθεο προορισμό του.
Η γνώση του Εαυτού και της άχρονης υπάρξεως δεν κοινολογείται αλλά είναι δυνατόν να κατακτηθεί μέσω της προσωπικής μυήσεως, γι’ αυτό υπήρχαν τα μυστήρια στην αρχαιότητα. Σήμερα, η γνώση αυτή προϋποθέτει μια πορεία αυτογνωσίας που επιλέγει ν’ ακολουθήσει κανείς, κατόπιν ελεύθερης δικής του επιλογής. Η πορεία αυτή θα πρέπει να έχει ένα σημείο αναφοράς.
Η αλήθεια δεν είναι κατάκτηση της διάνοιας μόνον. Ο στοχασμός από μόνος του δεν είναι αρκετός, για το λόγο ότι ο άνθρωπος είναι τρισυπόστατος. Η μετοχή του στη γνώση είναι μετοχή και των τριών του υποστάσεων.
Η ύπαρξη είναι δέκτης. Πομπός είναι ο Θεός. Η αποκαθαρμένη ύπαρξη γίνεται δεκτική του Λόγου.
Σ’ αυτό το σημείο μεσολαβεί το μυστήριο της κλήσεως!
Προηγείται το κενό κι έπεται το καινούργιο, δηλαδή, ο Θεός προσφέρει το καινούργιο, εφόσον διατεθεί ο άνθρωπος ως κενό σκεύος.
Η αναγωγή προς το απόλυτο είναι ο σαφής προσανατολισμός προς τη συν Θεώ επίγνωση της αλήθειας.
Η σχέση είναι μια άφατη πραγματικότητα και προσεγγίζεται διαμέσου της συνειδήσεως, η οποία είναι ανεξάρτητη του φυσικού σώματος και δεν περιορίζεται στα όρια του χρόνου. Γι’ αυτό ό άνθρωπος, όταν λάβει αυτήν την επίγνωση, χρησιμοποιεί το σώμα ως μέσον.
Η κοσμοθεωρία του υλισμού που έδωσε την εντύπωση ότι η ζωή περιορίζεται μέσα στο χρόνο είναι ένα λάθος που επιβλήθηκε εις βάρος της αξίας του ίδιου του ανθρώπου και της πνευματικής του εξελίξεως, ετοιμάζοντας το έδαφος της αδικίας και της εκμεταλλεύσεώς του.
Η αξία του ανθρώπινου όντος αποδεικνύεται όταν αναγνωρίσει την άχρονη και αδιάλειπτη ζωή στην οποία η επίγνωση της αλήθειας τον οδηγεί.
Το μαρτύριο του ανθρώπου παίρνει νόημα από το μαρτύριο του Θεού. Δεν είναι κατάσταση βασανιστική αλλά μια εκούσια διάρρηξη των ορίων, που δέχεται να την υποστεί. Πέραν τούτου ανοίγονται οι ορίζοντες και λαμβάνοντας τη Χάρη αποκτά υπερφυσικές δυνατότητες (άγιοι).
Η αγάπη και ο προσανατολισμός προς την αλήθεια είναι ένα αναφαίρετο υπαρξιακό δικαίωμα και συνάμα και χρέος που καλύπτει τη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου για τη Γνώση. Όταν γνωρίσει το νόημα αυτής της ζωής, τότε η ύπαρξή του θα αποκτήσει την πραγματική της αξία και τότε οποιαδήποτε δοκιμασία θα ερμηνευθεί με το σωστότερο τρόπο. Αν και η αγάπη του Θεού είναι ασύλληπτη από τον άνθρωπο ωστόσο δεν είναι απρόσιτη από τον ίδιο καθώς την ανακαλύπτει σταδιακά μέσω της αυτογνωσίας του.
Αλκμήνη Κογγίδου
Ποιήτρια-δοκιμιογράφος

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Η ΖΩΗ ΩΣ ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Η ΖΩΗ ΩΣ ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
 Το άχρονο παρόν,  που είναι ασύλληπτο από τις αισθήσεις, δεν διακόπτεται· η επίγνωση αυτού, όμως, είναι δυνατόν να διακοπεί από τη μεσολάβηση του ενστίκτου, το οποίο περιορίζει στη βιολογική περιχαράκωση των ορίων της ατομικότητας  καθώς ο άνθρωπος διαβεί μέσα στο χώρο και στο χρόνο.
 Υπό την επίδραση του ενστίκτου της αυτοσυντηρήσεως, της αντιλήψεως του γραμμικού χρόνου, της εξαρτήσεως  από τις αισθήσεις που εξαπατούν και των συμβατικών σχέσεων, επέρχεται, σταδιακά, η λήθη.
Πράγματι, κατά την μετάβαση της ψυχής, από την υπερβατική κατάσταση υπάρξεως, στην αισθητή και υλικοχωροχρονική, επέρχεται η λήθη και τότε διακόπτεται η επίγνωση της  αδιάλειπτης συνέχειας του άχρονου παρόντος, με συνέπεια  ο άνθρωπος να καθεύδει στο γραμμικό χρόνο.
Καθώς αγνοεί ότι η ζωή λειτουργεί εν σχέση και, παράλληλα, αγνοεί την αδιάλειπτη συνέχεια του άχρονου παρόντος που εξακολουθεί να υφίσταται και στη Τρίτη διάσταση, βιώνει το χρόνο ασυνείδητα και εκλαμβάνει την υλικοχωροχρονική διάσταση ως ζωή, για το λόγο ότι είναι η μόνη που γίνεται αντιληπτή από τις αισθήσεις του και το επικρατούν πνεύμα σύμφωνα με την κοσμοθεωρία του υλισμού. Η αλήθεια δεν αφορά μόνον αυτήν την  πραγματικότητα που γίνεται αντιληπτή δια μέσω των αισθήσεων.
Υπάρχουν και υπήρχαν πάντα κάποιοι σοφοί που δεν υπέστησαν την λήθη. Στον Πλατωνικό «Γοργία» είναι αξιόλογη μια αναφορά του Σωκράτους στους στίχους του Ευριπίδη «Τίς δ’οἷδεν εἱ το ζῆν μεν ἐστί  κατθανεῖν το κατθανεῖν δε ζῆν» («ποιος μπορεί να γνωρίζει αν το να ζει κάποιος σημαίνει πως ακόμα είναι νεκρός, ενώ θα εισέλθει στη ζωή όταν θα έχει ήδη πεθάνει;») (Ευριπίδης 480-406 πΧ )
Η αλήθεια ως έννοια απόλυτη ειδοποιεί τον άνθρωπο για έναν άχρονο προσανατολισμό! Στην περίπτωση που αφαιρούμε το στερητικό άλφα από τη λέξη, επέρχεται η λήθη. Τότε, αποσπάται από τη δική του μοναδικότητα και εισέρχεται στο πνεύμα του κόσμου.  Αυτό, λοιπόν, από το οποίο κινδυνεύει είναι η λήθη για το λόγο ότι αυτή, επιφέρει τον υπαρξιακό θάνατο. Αντιθέτως, όταν μεσολαβεί η α-λήθη, μνήμη, η επίγνωση του παρόντος είναι αδιάλειπτη.

Στη σχετικότητα του χωροχρόνου ο άνθρωπος  ενεργεί μέσω του ενστίκτου της επιβιώσεως, ως επί τω πλείστον, αποσπασμένος από τη συνείδηση και τη ψυχή και κατά συνέπεια αποκομμένος από τη ζωή που λειτουργεί εν σχέση.
 Καθώς  διακόπτεται η επαφή  με την αλήθεια, επέρχεται, αντίστοιχα, και η διακοπή της διαρκούς επαφής της εποπτικής ματιάς της συνειδήσεως, με συνέπεια, υποκείμενος στη λήθη και στην άγνοια  να καθίσταται, ανεπίγνωτα, ένοχος.

Το γεγονός ότι η ζωή λειτουργεί εν σχέση αφορά μια μεγάλη συμπαντική αλήθεια! Λέγοντας «ζωή», δεν την εννοούμε μόνον στο φυσικό πεδίο, ακόμα, κι αν εννοούσαμε μόνον το φυσικό πεδίο, αυτό δεν είναι άσχετο με τα άλλα πεδία και τις άλλες διαστάσεις που συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν.
Ο άνθρωπος αποκτά την επίγνωση ότι είναι μέρος του όλου, μέσω της μυήσεως στο Λόγο, τότε η  μετοχή του στο συνεχές παρόν, στο άχρονο διηνεκές  είναι συνειδητή και αδιάλειπτη. Ως μέρος του όλου καθίσταται υπεύθυνος ως προς  κάθε λεπτομέρεια  που έχει τη συμβολή της μέσα τη θεία Οικονομία και αναλαμβάνει, σύμφωνα με τα τάλαντά του, να εργαστεί με προσανατολισμό το Απόλυτο.
Η ενεργός μετοχή της συνειδήσεως τον ανάγει στην επίγνωση της σχέσεως, έτσι βεβαιώνεται  ότι το παν είναι Εν.

Ο Θεός Λόγος επιχειρεί την αφύπνιση:  «ἀκολούθει μοι, και ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκροὺς» ( κατ. Ματθ. 8,22)
Προσανατολίζει, με  θεϊκή σοφία, τον άνθρωπο, που διατίθεται και έχει την ανάλογη ετοιμότητα, στο Απόλυτο.
Το «ἀκολούθει μοι»! απευθύνεται σ’ έναν από τους μαθητές ο οποίος έδειξε τη διάθεση να Τον ακολουθήσει.  ῞Ετερος δὲ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀπελθεῖν καὶ θάψαι τὸν πατέρα μου. (κατ. Ματθ. 8, 21)
Είναι γνωστό ότι η αγάπη του Θεού σέβεται την ελευθερία της επιλογής του ανθρώπου «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν…» (Κατ. Μάρκ. 8,34)
Τον καλεί άμεσα στο παρόν, τον αποτρέπει από το να αναβάλλει. Καμία αναβολή, εξ’ άλλου δεν μένει χωρίς συνέπειες, αναφορικά προς τη ζωή, όπως την εννοεί ο Κύριος.
Ο λόγος Του μας αφορά και καλόν είναι να μας καταστήσει ανήσυχους.

Η ανησυχία που μας υποβάλλεται είναι σωτηριακή ώστε να θέσουμε στον εαυτό μας την  ερώτηση
 Ποιούς  θεωρεί ζωντανούς και ποιους νεκρούς;
 Το «ἀκολούθει μοι» συνιστά μια πορεία συνεχών υπερβάσεων που συντελούν στην εξέλιξη. Αρχικά, δίνει την εντύπωση ότι προβαίνει ο άνθρωπος σε θυσίες, ωστόσο αυτές μεσολαβούν για την περαιτέρω γνώση των δυνατοτήτων του, αποτελούν, λοιπόν, τρόπο αυτογνωσίας και ελευθερίας.
Μπορεί να θεωρηθεί ανίερο από τους σκεπτόμενους συμβατικά, αυτό που προτρέπει ο Κύριος, να αφήσει τον νεκρό πατέρα του ο μαθητής και να Τον ακολουθήσει.
Ο Θεός Λόγος αποσπά από κάθε σύμβαση αυτόν που θέλει να Τον ακολουθήσει και τον οδηγεί στο Απόλυτο.
Η σχέση του ανθρώπου με το Λόγο είναι προσωπική. Ο Κύριος απευθύνεται προσωπικά στον καθένα ανάλογα με τον καθένα. Οι μαθητές, οι απόστολοι,  οι μάρτυρες, οι άγιοι κλπ..με την ιδιαιτερότητα της ζωής και της μαρτυρίας τους, απέδειξαν,  μέσα από μια μοναδική πορεία εξελίξεως, ελευθερίας, αυτογνωσίας και ανάλογης υπηρεσίας στο Θέλημα του Θεού, ότι η σχέση με το Λόγο είναι προσωπική.

Ο Λόγος ενεργοποιεί τις δύο αθάνατες αξίες, τη ψυχή και τη συνείδηση. Ο άνθρωπος που Τον ακολουθεί και μυείται, αποκτά επίγνωση της αθανασίας του.
Η επίγνωση της αθανασίας αποτελεί ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των ζωντανών. Καθώς, επίσης, και η συνείδηση της σχέσεως από την οποία προκύπτει η εποπτική ματιά κι ο αυτοέλεγχος, αλλά και η εγρήγορση που προέρχεται από την ηθική ευθύνη κι ενεργοποιεί τη σκέψη και την πράξη. Ο ζωντανός βρίσκεται σε μια αέναη κίνηση η οποία λειτουργεί με τη συγκίνηση.  
Η υπέρτατη αγάπη και σοφία, δια μέσω του Λόγου, καλούν στην περαιτέρω πορεία η οποία διευρύνει τη συνειδητότητα και προσφέρει τη βεβαιότητα στον άνθρωπο ότι είναι μέρος του όλου.
Εάν, η βιολογική και βιοτική μέριμνα κυριαρχήσουν, ο άνθρωπος αναλώνεται σε μια κίνηση επίπεδη, μηχανική και επαναληπτική, αγνοώντας τις λεπταίσθητες εκφάνσεις της ψυχής και της συνειδήσεως. Τότε  αποσπάται από την αλήθεια και χάνει την εγρήγορση, με συνέπεια να συσσωρεύει ενοχές και μάλιστα ανεπίγνωτες. Δεν του δίνεται η προοπτική της εξελίξεως ως μονάδα και μοναδικότητα. Αποσπάται από την αλήθεια, σημαίνει αποσπάται από τη ζωή, η οποία είναι αδιάλειπτη.

Ότι, η ζωή είναι κίνηση αέναη, που επιτελείται με τη συγκίνηση, τούτο δηλώνει την προϋπόθεση της σχέσεως, παράλληλα, προϋποθέτει και μια κίνηση αναγωγική προς το Εν. Δεν υπάρχει στην προϋπόθεση αυτή, ούτε στιγμή που να σημειώνεται η επανάληψη και η στατικότητα.  Εάν, ο άνθρωπος δεν διατεθεί ως προς την κίνηση αυτή της ζωής,  επέρχεται η απομόνωση στα όρια της ατομικότητας.
Πλήττει και πλήττεται, πότε πλήττει; όταν επαναλαμβάνεται μέσα στα όριά του που δεν του δίνουν την ευκαιρία της εξελίξεως..
Οι ενοχές, αντίθετα από τη ζωή που κινείται, αναγωγικά, δια μέσω της συγκινήσεως προς το Εν, υποκείμενες σ’ έναν άλλον νόμο, λειτουργούν κατά τρόπον ανάλογο με τη βαρύτητα. Δεσμεύουν τη ψυχή και την έλκουν προς τα χαμηλά επίπεδα.  
Αν σκεφτούμε ότι η ψυχή και η συνείδηση είναι αιώνιες κι άχρονες, τότε η επίγνωση τους ανάγει τον άνθρωπο στο άχρονο διηνεκές, δηλαδή, στο παρόν, που διαρκεί επ’ άπειρον! Αυτές, λοιπόν, οι δυο αξίες δεν διακόπτονται κατά τη διέλευση του ανθρώπου από την Τρίτη διάσταση.  Η ύπαρξή τους, όμως, δεν είναι αρκετή ώστε να χαρακτηρίσουμε ζωντανούς τους ανθρώπους, εάν δεν έχουν την επίγνωση αυτών. Η Αλήθεια είναι σχετική με το Δίκαιο κι αυτός είναι ο λόγος που η αναγωγή προς αυτήν είναι παράλληλα και μια υπηρεσία αέναη. Δεν είναι η μετοχή αυτή άσχετη προς την αξία του, αντίθετα την αναδεικνύει. Καθώς ο ίδιος βρίσκεται σε μια συνεχή πορεία υπερβάσεων αποκτά επίγνωση της ένθεης υποστάσεώς του. Θα ήταν λάθος να θεωρήσει κανείς ότι οι υπερβάσεις αποτελούν μία κοπιώδη μέριμνα αντίθετα προσφέρουν τη χαρά της ελευθερίας και τη διεύρυνση των ορίων ενώ  φυσικά βιώνει το γραμμικό χρόνο υπό την εποπτεία της συνειδήσεως.
Αλκμήνη Κογγίδου

Ποιήτρια-δοκιμιογράφος

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

ποίηση-φιλοσοφία: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ

ποίηση-φιλοσοφία: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ

ποίηση-φιλοσοφία: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ

ποίηση-φιλοσοφία: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ
Ο ποιητής ταγμένος για να βιώνει την αλήθεια, διατίθεται στο άχρονο καθώς εκεί διατηρεί ζώσα την ύπαρξή του και κομίζει τον διαχρονικό λόγο. Μας προσφέρει μέσα από την ποίηση την ευκαιρία να στοχαστούμε και να ανησυχήσουμε για την πραγματικότητα που μας καταργεί ως υπάρξεις. Ο Σεφέρης, αδιαμφισβήτητα, ανήκει στους μεγάλους, του δόθηκε το χάρισμα της προόρησης, γι’ αυτό προλέγει σε μια μυστική του στιγμή: «αλλά πού θα είσαι τη στιγμή που θα ΄ρθει εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως;»!
Από το Θερινό Ηλιοστάσι, οι στίχοι που ακολουθούν:
Η λεύκα στο μικρό περιβόλι
Η ανάσα της μετρά τις ώρες σου
Μέρα και νύχτα
Κλεψύδρα που γεμίζει ο ουρανός.
Στη δύναμη του φεγγαριού τα φύλλα της
Σέρνουν μαύρα πατήματα στον άσπρο τοίχο.
Στο σύνορο είναι λιγοστά τα πεύκα
Έπειτα μάρμαρα και φωταψίες
Κι άνθρωποι καθώς είναι πλασμένοι οι άνθρωποι.
Ο κότσυφας όμως τιτιβίζει
Σαν έρχεται να πιει
Κι ακούς καμμιά φορά φωνή της δεκαοχτούρας.
Στο μικρό περιβόλι δέκα δρασκελιές
Μπορείς να ιδείς το φως του ήλιου
Να πέφτει σε δυο κόκκινα γαρούφαλα
Σε μιαν ελιά και λίγο αγιόκλημα.
Δέξου ποιος είσαι.
Το ποίημα
Μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια
Θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα
Σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις

Ο ποιητής μας παίρνει μαζί του σε μια μυσταγωγική περιδιάβαση του χώρου, στο μικρό περιβόλι, δέκα δρασκελιές, που γίνεται αφορμή να εισχωρήσουμε στην ιδέα, η οποία νοητικά μας αποσπά, πλέον, από το φαινόμενο και μας εισάγει στα ενδότερα, εκεί που ο λόγος αποκαλύπτει.  Ως συνειδητό μέρος του όλου, ο ποιητής μας εισάγει στη σχέση με το φυσικό περιβάλλον και μέσω αυτού μας μυεί. Βλέπουμε με το δικό του τρόπο τη λεύκα, τη σκιά της στον άσπρο τοίχο, σαν μαύρα πατήματα, τα λιγοστά πεύκα κι έπειτα στο βάθος μάρμαρα και φωταψίες, κι ανθρώπους… Η περιγραφή δεν είναι μόνον εικαστική. Η αίσθηση του χώρου ζωντανεύει από τον κότσυφα που τιτιβίζει και τη φωνή της δεκαοχτούρας, ενώ  το φως του ήλιου πέφτει πάνω σε δυό κόκκινα γαρούφαλα, σε μιαν ελιά και λίγο αγιόκλημα. Ωστόσο, παρά τη περιγραφή αυτή, ο στίχος «Δέξου ποιος είσαι» υποδηλώνει και μια απόσταση του ποιητή από το φαινόμενο και εισαγωγή στα ενδότερα, όπου θα συνδεθεί με την άφατη πραγματικότητα. Την  στιγμή που  ο ίδιος βρίσκεται μπροστά στο άσπρο χαρτί, αρχίζει η επιστροφή στο μηδέν. Το άσπρο χαρτί, το άγραφο χαρτί γίνεται ένα σύμβολο του μηδενός, μια πρόκληση για εσωτερίκευση, μια αφετηρία. Το άσπρο χαρτί ταυτίζεται με το κενό, είναι ταυτόχρονα κατάληξη μιας πορείας αλλά και αρχή μιας νέας. Η αγωνία του για το ποίημα «μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια» είναι μια αγωνία για την αλήθεια που θα εκφραστεί με λόγο. Κι ο στίχος «σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις» γίνεται μια υπόδειξη που παραπέμπει στην αυτογνωσία.
Το άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
Επιστρέφει μόνον εκείνο που ήσουν
Τ’ άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
Τη δική σου φωνή
Όχι εκείνη που σ’ αρέσει
Μουσική σου είναι η ζωή
Αυτή που σπατάλησες
Μπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
Αν καρφωθείς σε τούτο τ’ αδιάφορο πράγμα
Που σε ρίχνει πίσω
Εκεί που ξεκίνησες
Ταξίδεψες είδε πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
Άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
Ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
Και το βογκητό της γυναίκας
Την πίκρα του άγουρου παιδιού
Ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
Αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο
Τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.
Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες
Τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
Το άσπρο χαρτί.
Εδώ μεσολαβεί μια εξομολόγηση. Ο λόγος αυτός αποτελεί έναν μονόλογο στον οποίο μας παίρνει μαζί του. Μ’ αυτήν την εξομολόγηση κάνει μια αναδρομή, επιστρέφει από εκεί που ξεκίνησε. Αναζητά την αυθεντικότητα της υπάρξεώς του και το κύριο αίτημα της ψυχής του.
Το κενό είναι μια πραγματικότητα που τη βιώνει στο παρόν κι είναι μια πρόκληση. Εδώ εντρυφεί ο φιλόσοφος Σεφέρης, σε τούτο το κενό, το άσπρο χαρτί. Εντρυφεί στο μηδέν  που συμβολίζεται από το άσπρο χαρτί. Σ’ αυτό το ποίημα υπάρχει μια στάση του ποιητή που μπορεί ν’ αποτελέσει και μια πρόταση ζωής, μια πρόταση με προοπτική. Η στάση του είναι αξιοθαύμαστη, καθώς ό,τι θα μπορούσε να τον αφανίσει υπαρξιακά, το αποδέχεται κι εμπιστεύεται σ’ αυτό ώστε να ξεκινήσει μια νέα πορεία με προοπτική. Αυτή τη στάση ζωής τη χρειαζόμαστε σήμερα! Η πρότασή του αφορά έναν νέο τρόπο αξιολόγησης της ζωής που από το μηδέν παραπέμπει στο άπειρο και από τη σχετικότητα στο απόλυτο.
Από το μηδέν επιχειρεί την  κατάδυση στο εσώτερο είναι:
Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ΄βλεπαν
Κι αυτοί γελούσαν.
Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
Πάνω νερά
Να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
Στα τυφλά, πεισματάρης
Και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
Σαν το πολύριζο λιόδεντρο
Άφησε κι ας γελούν.
Και να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
Στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
Στ’ αφανισμένο τούτο παρόν
Άφησέ τους.
Ο θαλασσινός άνεμος και η δροσιά της αυγής
Υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.

Ο ποιητής κατέχεται από το πνεύμα του δικαίου και της αλήθειας. Αντιλαμβάνεται ότι  η «πνιγερή μοναξιά» είναι προϋπόθεση μύησης στην εσωτερικότητα, από την οποία θ’ αντιληφθεί ο άνθρωπος το πραγματικό νόημα της υπάρξεώς του.
Ουσιαστικά, γνωρίζει πολύ καλά, ότι δεν είναι δυνατόν να εισέλθει στη μυστική αυτή σχέση ο άνθρωπος, εάν δεν αποκαθάρει την ύπαρξή του, γι’ αυτό εύχεται να υποστεί την πνιγερή μοναξιά. Ίσως, πιστεύει ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος διείσδυσης από τη δοκιμασία.  Ήδη, η όρασή του λειτούργησε προδρομικά για να μας μιλήσει γι’ αυτήν την πνιγερή μοναξιά και το αφανισμένο τούτο παρόν!
«ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
 Αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο
Τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας»
Οι παραπάνω στίχοι συνιστούν μια πρόταση για τον καθένα. Ο ποιητικός λόγος προχωρεί στα ενδότερα και προσεγγίζει τα πάντα, το άπειρο, μέσα από το κενό  (το μηδέν). Ουσιαστικά, ο Σεφέρης έχοντας εξαρθεί από τη γραμμική αντίληψη του χρόνου, βρίσκεται στο άχρονο. Προσανατολίζεται προς το απόλυτο που προϋποθέτει αυτογνωσία και η αυτογνωσία διέρχεται μέσα από τη «πνιγερή μοναξιά», «το αφανισμένο τούτο παρόν». Η αλήθεια (θεία-άλη) συνάπτεται με το δίκαιο (διαϊόν) κι είναι αδιαπραγμάτευτες αξίες που συνδέονται με τη ψυχή και τη συνείδηση. Στους μυστικούς εναποτίθεται αυτή η σιωπηλή πορεία, η οποία διατηρεί τη γνώση μέσα από τα μυστικά και τα μυστήρια.
Ο ποιητής έχοντας τη χάρη του  Πνεύματος  καθώς διατίθεται ολοκληρωτικά, λαμβάνει τη γνώση που αφορά την άχρονη πραγματικότητα που συνιστά τη σχέση του αισθητού με το υπεραισθητό.
Μπορούμε να πούμε ότι ο ποιητής κάνει μια Ευχή για τη διάσωση της υπάρξεως του ανθρώπου: «και να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος στη σημερινή πνιγερή μοναξιά, στ’ αφανισμένο τούτο παρόν»
  Η απουσία της υπάρξεως του άλλου προσφέρει  το βίωμα της πνιγερής μοναξιάς, εννοούμε βεβαίως της υπάρξεως ως συνειδητή μονάδα ευθύνης. Συμβαίνει, γενικότερα, η απουσία αυτή που συνιστά ένα κενό, μέσα στο οποίο χάνεται η λειτουργικότητα του συνυπάρχειν. Το αφανισμένο τούτο παρόν είναι η κατάληξη της απουσίας αυτής και επιφέρει την κρίση του πολιτισμού και ως βίωμα προσωπικό συντελεί στην αίσθηση του αδιεξόδου.  Ο ποιητής διαβλέπει έναν δρόμο όπου υπάρχει  ελπίδα, εφόσον αντιδράσει ο άνθρωπος και αποσπάσει την ύπαρξή του από αυτή τη διαβρωτική εξομοίωση που επεμβαίνει αλλοτριωτικά. «Να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο, στα τυφλά, πεισματάρης…» Η σωτηρία που προτείνει είναι ν’ αποσπάσει τη μοναδικότητά του από τους πολλούς, από το κατεστημένο, από τις συνθήκες, τελικά από το λάθος τρόπο ζωής. Η δοκιμασία έρχεται να συμβάλλει στη γενικότερη κατανόηση του προβλήματος. Ο ποιητικός λόγος συνεργεί στην αφύπνιση, διδάσκοντας τον τρόπο μέσα από τον οποίον μπορεί να διασώσει ο εις, ο καθείς την ύπαρξή του.  Ανακεφαλαιώνοντας θα λέγαμε ότι η ποίηση  που έχει το λόγο, διατίθεται ως προσιτό μέσο αυτογνωσίας. Επικαλείται την ευαισθησία της ψυχής κι αποτείνεται στον καθένα. Προσφέρεται ως θεραπευτικό μέσον κι ανακαλεί τον ίδιο τον άνθρωπο για μία προσέγγιση στον εσώτερο Εαυτό, στην αλήθεια της υπάρξεως.
Αλκμήνη Κογγίδου
Ποιήτρια-δοκιμιογράφος



Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ (ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΟΦΑΝΕΙΑ)

Δημοσιεύθηκε : Παρασκευή, 17 Αύγουστος 2012 09:00 | Γράφτηκε από τον/την Διαχειριστής | | Εμφανίσεις: 3036
Αλκμήνη Κογγίδου
ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ
(ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΟΦΑΝΕΙΑ)
Ποτέ μην υπόσχεσαι στο παιδί, όταν δεν είσαι αποφασισμένος να εκπληρώσεις την υπόσχεσή σου!
Η υπόσχεση που δίνεται στο παιδί γίνεται η αφετηρία ενός δούναι λαβείν που ανοίγει τη διαλεκτική του γίγνεσθαι. Από τη μια πλευρά η παιδική αθωότητα και από την άλλη το κύρος και οι γνώσεις του μεγάλου.
Τι μπορεί να συμβαίνει στο παιδί όταν δεν εκπληρωθεί η υπόσχεση;
Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας, ότι η ζωή είναι σχέση, η οποία λειτουργεί ως δούναι λαβείν μέσα στην αέναη ροή, τότε ο άνθρωπος που δεν βρίσκεται στη επίγνωσή της, αναχαιτίζει την ανταλλαγή ζωής. Καθώς διακόπτεται η ζωογόνα ροή αυτής της θετικής ενέργειας, δημιουργείται ένα κενό, ένα χάσμα κι αυτό αφήνει το παιδί ακάλυπτο. Το παιδί τραυματίζεται και απορεί. Απορεί και μένει μέσα στον κόσμο ως άπορο. Χάνει την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια.
Το παιδί αντιμετωπίζει με σοβαρότητα τη ζωή. Πιστεύει, εμπιστεύεται, ελπίζει. Ως συμπαντικό ον, κύριο στοιχείο της έκφρασής του έχει το παιχνίδι. Ενστικτωδώς ανιχνεύει τον κόσμο μέσα στον οποίο βρίσκεται, ενώ διατηρεί τη μνήμη της ένθεης υποστάσεως κι εκφράζεται με ενθουσιασμό.
Η πίστη στο πρόσωπο του άλλου και στην υπόσχεση που του προτείνει, εγκαθιστά και τη μυθολογία της σχέσης, η οποία τρέφει και το όνειρο. Το παιδί εισπράττει την ασυνέπεια ως διάψευση του ονείρου κι αυτό κλονίζει την ισορροπία του.
Αναζητά και πάλι έναν τρόπο να εμπιστευτεί, αν και εφόσον παραμείνει στην αθωότητα και δεν υποπέσει σε κανέναν ηθικό συμβιβασμό.
Η ζωή ανοίγει τις πύλες της στην αθωότητα κι αυτή είναι που θα προσφέρει στο παιδί κι άλλες ευκαιρίες να παίξει, που ωστόσο τη διάψευση που υπέστη, δεν πρόκειται να τη ξεχάσει, ποτέ. Αν προσπαθήσει να καλύψει το κενό, κάνοντας ένα βήμα προς τον κόσμο των μεγάλων, θέλοντας να τους μιμηθεί, αυτό θα σημάνει κιόλας μία απώλεια. Αλλά, εάν διατηρήσει την αθωότητα που συνιστά και την ψυχική υγεία και τη στηρίζει, θα αναζητήσει τις αιτίες της ασυνέπειας του μεγάλου, αυτό θα του προσφέρει μια αντίστοιχη γνώση, καθώς ακόμα και μία απόσταση. Έτσι, θα μεταβάλλει το τραύμα σε γνώση και θα γίνει φίλος της σοφίας, τότε απαλλάσσεται και προχωρεί.
Η διάψευση του ονείρου θα γίνει στοιχείο δοκιμασίας και γνώσεως, μέσα απ’ αυτή θα προχωρήσει στη μοναχικότητά του και θα συνειδητοποιήσει τη μοναδικότητά του.
Η οδύνη γίνεται προϋπόθεση παιδείας. Εισέρχεται στον εσωτερικό του κόσμο και προσεγγίζει την ίδια του τη ψυχή. Αντί να παιδεύει παιδεύεται. Αξιώνει τα πάντα από τον εαυτό του. Έχοντας την α-λήθη και τον ενθουσιασμό ανακαλύπτει το μοναχικό του παιχνίδι στο οποίο θα προσδώσει δημιουργική μορφή και έκφραση. Έτσι θα προκύψει η τέχνη, η καλή τέχνη. Ουσιαστικά, το παιδί λειτουργεί μέσα από το Είναι κι όχι το Έχειν, γι’ αυτό κύριο συντελεστή έχει την ύπαρξή του στο παιχνίδι. Παίζει για να εκφραστεί κι έτσι καλύπτει το κενό. Πορεύεται έχοντας πλέον την επαφή με τη ζώσα πραγματικότητα από την οποία δεν αποσυνδέεται. Άλλοτε θα εκφραστεί ως καλλιτέχνης, άλλοτε ως φιλόσοφος –αναζητητής κι άλλοτε ως επιστήμων.
Η οποιαδήποτε δημιουργική ενασχόληση του παιδιού είναι αποδεκτή από το σύμπαν, για το λόγο ότι το παιχνίδι αυτό είναι κερδισμένο μέσα από τη γνώση του εαυτού και αποτελεί σημείο επαφής με το όλον.
Τι θα συμβεί στον μεγάλο, ο οποίος δεν διατήρησε την υπόσχεσή του;
Ο συμβιβασμός και το ψέμα που λειτουργούν μέσα στο κοινωνικό κατεστημένο θα γίνουν οι αιτίες ν’ απωλέσει τη σοβαρότητα και να ενστερνιστεί τη σοβαροφάνεια. Εγκλωβισμένος στη συμβατική ηθική, υποκείμενος στο ένστικτο της επιβίωσης, αναζητά την εφήμερη ευχαρίστηση. Το παιδί δεν προσανατολίζεται προς την ευχαρίστηση αλλά προς τη χαρά. Διατηρώντας τη μνήμη μέσα από την αθωότητα αξιολογεί διαφορετικά. Κατά συνέπεια έχει άλλον προσανατολισμό, τον οποίο θα κατακτήσει συν τω χρόνω συνειδητά εάν και εφόσον διατηρήσει την επαφή του με τη ψυχή και με τη συνείδηση. Η χαρά εδώ αφορά τις δυνατότητες που θα προκύψουν μέσα από την αυτογνωσία και ουσιαστικά το παιχνίδι συμβάλλει σ’ αυτήν αποτελεσματικά. Τη χαρά, μέσα στον κόσμο των τριών διαστάσεων δεν μπορεί να τη διατηρεί δια μέσω του συμβατικού χρόνου, θα χρειαστεί να την κερδίζει ανά πάσα στιγμή παίζοντας σωστά το παιχνίδι στο αιώνιο παρόν.
Ο μεγάλος, συντάσσεται με τους άλλους, δημιουργεί έναν τρόπο σκέπτεσθαι κι έναν ανάλογο τρόπο ζωής, ο οποίος τον αποπροσανατολίζει από τη ψυχή και τη συνείδησή του. Υπό το καθεστώς των συμβατικών σχέσεων απομακρύνεται από τον τρόπο αναγνώρισης της ιδιαιτερότητάς του και αποκτά τρόπο ζωής και συνήθειες, μέσα στις οποίες λειτουργεί υποκείμενος στις ανάγκες.
Υποκείμενος στη συμβατική ηθική υποπίπτει στη δέσμευση του συμβατικού χρόνου, ανατρέχοντας στο παρελθόν ή αναπολώντας το μέλλον απουσιάζει από το αιώνιο παρόν. Ουσιαστικά, απουσιάζει από την ίδια τη ζωή την οποία αντιλαμβάνεται το παιδί ως μια υπόθεση που διαδραματίζεται στο παρόν.
«ὁ δε Ἰησοῦς εἶπεν· ἄφετε τα παιδία και μη κωλύετε αὐτά ἐλθεῖν προς με· τῶν γαρ τοιούτων ἐστίν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. (κατ. Ματθ.19,14)
Η αθωότητα δεν είναι μακράν της ζωής, αντίθετα είναι ένας τρόπος αποκρυπτογράφησης των κανόνων της και εισαγωγής στη θεία οικονομία.
Τα παιχνίδια που προτείνονται μέσα από την κοινωνία και από τα συστήματα οδηγούν στην απώλεια.
Σ’ αυτόν τον κόσμο που κατατείνει στον αυτοαφανισμό του, διατηρώντας ο άνθρωπος- παιδί, την ανάμνηση που προαναφέραμε εξακολουθεί να παίζει το δικό του παιχνίδι, όπως ένα παιδί σε μια ακρογιαλιά, προσπαθώντας να μη χάσει την επαφή του με την ίδια τη ζωή και τους νόμους της.
Μέσα στο σύμπαν οι ισχύοντες νόμοι διεκδικούν τον ίδιο τον άνθρωπο για να του προσφέρουν την περαιτέρω γνώση σε μια προσωπική προσέγγιση προς τις αξίες. Το μέτρο που είναι άριστο και η αυτογνωσία οδηγούν στην περαιτέρω πορεία του και αξιώνουν τον ίδιο, όχι απλώς ως φυσικό ον, αλλά και ως μεταφυσική οντότητα.
πηγή: Aντίφωνο


ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΪΣΤΟΡΙΚΕΣ ΔΙΚΕΣ
Καθώς ο εἷς, ο καθείς εντάσσεται στο μαινόμενο πλήθος, αποκτά την ανωνυμία του· χάνοντας το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης χάνει όμως και το βάρος της ενοχής ως μονάδα;
Η προσωπική ευθύνη του καθενός, είτε εντάσσεται, είτε όχι, δεν υποκαθίσταται. Η ενοχή συνέχει την ανθρωπότητα. Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η συνείδηση λειτουργεί αυτόνομα, η απουσία της ηθικής ευθύνης έχει κιόλας σημαδέψει τον άνθρωπο και θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας του. Τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα τον καθιστούν υπεύθυνο και η οποιαδήποτε θέση του απέναντι σ’ αυτά έχει αντίκτυπο στη μοίρα του.
Δύο κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονότα είναι η καταδίκη του Ιησού Χριστού και του Σωκράτους (399πΧ).
Ο Πόντιος Πιλάτος έχοντας το δικαίωμα να αποφασίζει με βάση τον ρωμαϊκό νόμο, δεν αγνοεί ωστόσο τη θέληση του εβραϊκού λαού.
«’Αποκριθείς δὲ ὁ ηγεμών εἶπεν αὐτοῖς τίνα θέλετε ἀπό τῶν δύο ἀπολύσω ὑμῖν; Οἱ δὲ εἶπον· Βαραββᾶν. Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τί οὖν ποιήσω Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; Λέγουσιν αὐτῷ πάντες· σταυρωθήτω. Ὁ δὲ ἡγεμὼν ἔφη· τί γὰρ κακό ἐποίησεν; Οἱ δὲ περισσῶς ἔκραζον λέγοντες σταυρωθήτω» (κατ. Ματθ. 27,21-22).
Ποιο κίνητρο οδήγησε το μαινόμενο πλήθος να πάρει αυτήν την απόφαση; Ενώ το ίδιο εξέφρασε τη λατρεία του, το θαυμασμό του στον Ιησού κατά την είσοδό του στα Ιεροσόλυμα, κραυγάζοντας Ωσαννά εν τοις υψίστοις, Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου…….Είναι το ίδιο πλήθος αυτό που ευεργετήθηκε με τόσα θαύματα, με τη διδαχή της αγάπης, που κραυγάζει με τέτοια εμπάθεια, σταυρωθήτῳ; Μπορεί να μεσολάβησε η λήθη, αυτό όμως δεν είναι αρκετό για να ερμηνεύσουμε το φαινόμενο. Πώς τα αισθήματα της ευγνωμοσύνης μεταστρέφονται σε μίσος;
Το ευμετάβολο της συμπεριφοράς του ανθρώπου εξηγείται από την απουσία ηθικής ευθύνης και προσωπικής κρίσεως. Το αίσθημα της φυγοπονίας που ενέχει η κατώτερη φύση του, έρχεται σ’ αντίθεση με την μάχη που θα χρειαστεί να δώσει, στην περίπτωση, όμως, αυτή, το ένστικτο της επιβιώσεως, από το οποίο κυριαρχείται δεν επιτρέπει αυτόν τον αγώνα, που αναβαθμίζει την ύπαρξη και οδηγεί στη γνώση του εαυτού.
Η εξουσία γνωρίζει πως να χειραγωγεί τα πλήθη και ότι στο κατώτερο ένστικτο της επιβιώσεως περιέχεται ο φόβος και η επιθετικότητα. Διεγείροντας τον φόβο ενεργοποιείται και η επιθετικότητα.
Οι αρχιερείς που ενοχλήθηκαν από την ανατροπή των αρχών τους και της καθεστηκυίας τάξεως, γνώριζαν αυτό το ιδίωμα, που υπάρχει στο κατώτερο ένστικτο και το εκμεταλλεύθηκαν.
«ἰδών δὲ ὁ Πιλᾶτος ὅτι οὐδὲν ὠφελεῖ, ἀλλά μᾶλλον θόρυβος γίνεται, λαβών ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου λέγων· ἀθῶός εἰμι ἀπό τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτο· ὑμεῖς ὄψεσθε. Καὶ ἀποκριθείς πᾶς ὁ λαός εἶπε το αἷμα αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν» (κατ. Ματθ.27,24-25).
Εδώ εισέρχεται ένα βαθύ πλέον μεταφυσικό θέμα που αφορά την ενοχή στο διηνεκές. Το βάρος αυτό της ενοχής διατηρείται εις τους αιώνες εφόσον δεν μεσολαβεί καμία αναθεώρηση.
Η λήθη η οποία συντηρεί τον εφησυχασμό του ανθρώπου διαγράφει την υπευθυνότητα και φυσικά ο ίδιος δεν ενσκήπτει σ’ αυτό που ίδια η Συνείδηση έχει καταγράψει. Αυτή η παράλειψη ενδημεί μέσα στον κόσμο, παρατείνοντας το καθεστώς, μέσα στο οποίο δομείται η ανευθυνότητα και διαιωνίζεται το κακό.
Δεν είναι απλό πρόβλημα που μπορεί κανείς να το αντιμετωπίσει χωρίς βαθιά περίσκεψη και χωρίς την ανάλογη ειλικρίνεια. Είναι μία θέση απέναντι στο απόλυτο. Η επιλογή αυτή προέρχεται από το ήθος, το οποίο λειτουργεί ως δαίμων μέσα στον άνθρωπο («ἦθος ἀνθρώπῳ, δαίμων» Ηράκλειτος), διαφορετικά η φυσική του υπόσταση, του υπαγορεύει, πάντα, λύσεις προστατευτικές ως προς την περιφρούρηση της ζωής του. Έτσι, όλα τα άλλα έρχονται σε δεύτερη μοίρα.
Η Αλήθεια ενοχλεί πάντα, όπως και στην περίπτωση του Σωκράτους. Η πολιτεία και ο πολίτης βρίσκονται μακράν του άθλου της αυτογνωσίας και η δυναμικότητά τους είναι υποκείμενη στο άδικο. Ούτε οι Αθηναίοι ήθελαν την περαιτέρω γνώση του εαυτού, στην οποία προσπαθούσε δια του διαλόγου και του ηθικού βίου, ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος να τους μυήσει.
Ο έχων αυτογνωσία δεν μεταθέτει ποτέ τις ευθύνες του. Καθίσταται ηθικό πρόσωπο, επιχειρεί την δυσκολοτέρα επιστήμη, καθώς έλεγε ο Θαλής ο Μιλήσιος.
Ενώπιον, αυτών των γεγονότων, της κοσμοϊστορικής παρουσίας του Θεανθρώπου καθώς και της ανεπανάληπτης ηθικής μορφής του Σωκράτους, καθίσταται η ανθρωπότητα υπεύθυνη από τη φανέρωση των αληθειών που παραμένουν μέσα στους αιώνες αναλλοίωτες και ανεκμετάλλευτες.
Το ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, αυτό είναι δηλωτικό ότι η εξέλιξη δεν σηματοδότησε την αναβάθμιση της συνειδητότητας του ανθρώπου. Οι ανεπίγνωτες ενοχές είναι αιτίες που παράγουν ανάλογα αποτελέσματα.
Ο Σωκράτης προφητεύει ότι οι Αθηναίοι θα τιμωρηθούν γιατί τον καταδίκασαν σε θάνατο, γνώριζε ότι δεν μπορεί να διαφύγει κανείς από τις επιπτώσεις των ενοχών του. Αυτό όμως που καθυστέρησαν οι άνθρωποι να γνωρίσουν και να δεχθούν, την ίδια την αλήθεια, το αναλαμβάνει η Ζωή διαμέσου της δοκιμασίας.
Βεβαίως, εάν και μεσολάβησαν χιλιετίες από τότε που διενεργήθησαν αυτές οι «δίκες» που είχαν αντίστοιχες καταδικαστικές αποφάσεις, διατηρείται εσαεί το μήνυμα που εξέπεμψαν οι δύο αυτές μορφές με όλο το κύρος τους. Πάντα, διαχρονικό το μήνυμά τους, συνιστά μια επανάσταση που ανατρέπει την ηθικοφανή συμβατικότητα που εξέθρεψε τόσα λάθη και τόσα εγκλήματα.
Στη διαδρομή των αιώνων γίνεται πιο ώριμη η ανάγκη του Απόλυτου που ενδημεί στη συνείδηση και καλεί τον άνθρωπο σε μια αναθεώρηση, η οποία ενέχει την ελπίδα της εκ βάθρων αλλαγής.
Αλκμήνη Κογγίδου
Ποιήτρια -Δοκιμιογράφος