Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

O άνθρωπος ως τρισυπόστατο ον και η ζωή ως σχέση.

Ο άνθρωπος ως τρισυπόστατο ον και
η ζωή ως σχέση
Η άγνοια της τριαδικής φύσεως του ανθρώπου συνιστά μια βασική αιτία ανισορροπίας, η οποία δεν έχει μόνον επιπτώσεις στον ίδιο, αλλά γενικότερα στη ζωή και στο φυσικό περιβάλλον.
Μη έχοντας επίγνωση ότι εκτός από σώμα είναι και Ψυχή και Νους υποπίπτει στην επίδραση της υλιστικής αντιλήψεως και κινείται με γνώμονα την ικανοποίηση των βιολογικών και βιοτικών του αναγκών.
Υποκείμενος στο ένστικτο της επιβιώσεως, περιορισμένος από τις πέντε αισθήσεις αδυνατεί να αντιληφθεί τη ζωή ως σχέση. Καθώς βρίσκεται στην άγνοια και στην πλάνη, επόμενο είναι να διαπράττει λάθη αναφορικά προς τον ίδιο τον εαυτό του, προς τον άλλον και τη ζωή γενικότερα.
Η ψυχή λειτουργεί εν σχέση με τον άλλον και με το όλον, αλλά ο άνθρωπος μη έχοντας επίγνωση της ψυχής ταυτίζεται με τον κατώτερο εαυτό, κατά συνέπεια απέχει από τη συνειδητή βίωση του παρόντος που αποτελεί μια συνέχεια αδιάλειπτης μετοχής στο γίγνεθαι. Το ορθώς πράττειν προϋποθέτει την υπέρβαση.
Η απομόνωση στην ατομικότητα είναι ένας κίνδυνος. Το ένστικτο της επιβιώσεως μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στο έγκλημα. Υπό το πνεύμα της υλιστικής κοσμοθεωρίας, ο σύγχρονος άνθρωπος ακολουθεί ρυθμούς που τον αποπροσανατολίζουν από τη γνώση του Εαυτού και από το χρέος που αφορά τον ίδιο ως μοναδικότητα κι αυτό συμβάλλει στην αλλοτρίωσή του και τελικά στην απώλεια της ηθικής ευθύνης «ὅτι χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»(κατ. Ιωνν.15,5) Ο διάλογος απουσιάζει, η σχέση του εγώ με το εσύ δεν λειτουργεί αναφορικά προς την Αλήθεια και εδώ βρισκόμαστε ενώπιον ενός αποτελέσματος επικίνδυνου για την αξία Άνθρωπος. Το ένστικτο της επιβιώσεως υπαγορεύει πάντα το εύκολο, το ευχάριστο κι ευάρεστο και αποτρέπει από τη δυσκολία. Η ατομικότητα προσκείμενη στον υλιστικό ευδαιμονισμό, περιχαρακωμένη από τις αισθήσεις, εκλαμβάνει κάθε είδους δυσκολία ως δυστυχία. Έτσι, όχι μόνον καθίσταται αποτρεπτική της περαιτέρω γνώσεως αλλά και διαπράττει λάθη με αποτέλεσμα τη συσσώρευση ενοχών που παραμένουν ανεπίγνωτες και οδηγούν στην απομόνωση.
Αν προσέξουμε την ρήση «ἀγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου ἐν ὅλη τῇ καρδίᾳ σου, ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καί ἐν ὅλη τῇ διανοίᾳ σου» (κατ. Ματθ.22,37) θα παρατηρήσουμε ότι απευθύνεται στον άνθρωπο ως τριαδική υπόσταση ή διαφορετικά θα λέγαμε ότι νοείται ως τρισυπόστατος.
Συνήθως όμως ο άνθρωπος επικαλείται το Θεό με το ένστικτο της επιβιώσεως για την διασφάλιση των αναγκών του. Πώς όμως να Τον προσεγγίσει αγνοώντας την υπερβατική του φύση; Και πώς να προσεγγίσει, να κατανοήσει και να αποδεχτεί τον άλλον, χωρίς τη γνώση του Εαυτού; Ο έρωτας ως μια δυνατότητα υπέρβασης της ατομικότητας προσφέρει την ευκαιρία αυτή, εάν όμως ο άνθρωπος κατέχεται από την κατώτερη φύση του ατομικού εγώ, χρησιμοποιεί την ευκαιρία αυτή για την ικανοποίηση της ιδιοτέλειάς του, δηλαδή του ενστίκτου. Είναι αδύνατον να κινηθεί με το πνεύμα της ενότητας. Το πνεύμα της ενότητας αποδίδεται εφόσον ο ίδιος υποστεί την αυτοσυντριβή.
Το εγώ τον απομακρύνει από τη γνώση των άλλων υποστάσεων της Καρδιάς και του Νου. Αν δεν συμβεί η «σταύρωση» είναι αδύνατον να εκπληρωθεί η παραπάνω εντολή όσο και η επόμενη «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν».
Ο κλοιός ο οποίος περιορίζει τον άνθρωπο στην αντίληψη της ίδιας της υποστάσεώς του, η οποία συνίσταται από τα τρία στοιχεία που αναφέραμε, ενισχύεται από την υλιστική κοσμοθεωρία.
Οδηγηθήκαμε σε μια κορύφωση της αποτυχίας από την υλιστική αντίληψη η οποία πλέον και την ατομικότητα έριξε στο αδιέξοδο κι αυτόν που μερίμνησε κατ’ αποκλειστικότητα στη ζωή του για την εξασφάλιση των βιοτικών αναγκών, τόσο του ιδίου, όσο και της οικογένειάς του.
Ο Λόγος μυεί στη ζωή η οποία υπερβαίνει την έννοια του χώρου και του χρόνου και αποκαλύπτει το εύρος της μέσω της Αγάπης.
Η μύηση στο Λόγο είναι σχέση μαθητείας που λειτουργεί σε μια αδιάλειπτη επικοινωνία, με την προϋπόθεση ότι η α-λήθη της ένθεης υποστάσεως είναι διαρκής και συνεχής.
Ο άνθρωπος μετέχει εν εγρηγόρση στο γίγνεσθαι όταν είναι απελευθερωμένος από το αίσθημα της κτητικότητας. Η αποτυχία του Δυτικού κόσμου έγκειται στο ότι προσπάθησε να συγκεράσει την πίστη στο Χριστό με την ιδιοκτησία, πράγμα ασυμβίβαστο. Η ιδιοκτησία είναι δέσμευση και αποτρέπει από το δίκαιο καθώς περιορίζει τη σκέψη και την ευθύνη στα αγαθά που κατέχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Η απόσπαση από κάθε έννοια ιδιοκτησίας και κτητικότητας απελευθερώνει την ενέργεια του Νου και της Καρδιάς. Κατά συνέπεια η ροή αυτή οδηγεί στο εσώτερο Είναι, από το οποίο γνωρίζει και γνωρίζεται και ό,τι γνωρίζει ο άνθρωπος, αγαπά. Η απόσπαση από την ιδιοκτησία, συνεπώς, είναι προϋπόθεση για την περαιτέρω αυτογνωσία και την εισαγωγή του ανθρώπου στη σοφία της θείας οικονομίας. Έτσι, μόνον, μπορεί να οικοδομηθεί ένα ευοίωνο εν Χριστώ μέλλον.
Τότε μόνον μπορεί ο άνθρωπος βιωματικά να κατανοήσει ότι η ζωή είναι σχέση. Η άφατη αυτή πραγματικότητα δεν γίνεται αντιληπτή διαμέσου των αισθήσεων, αλλά μόνον δια μέσω της ψυχής και της συνειδήσεως.
Εάν δεχθούμε το τρισυπόστατο της ανθρώπινης υπάρξεως (Σώμα-Ψυχή- Νους) τότε η έννοια της ισορροπίας δεν νοείται χωρίς την αρμονική σχέση των τριών αυτών υποστάσεων. Η Συνείδηση γίνεται το μέσον για την κατάκτηση της εσωτερικής ισορροπίας καθώς εισάγει στην επίγνωση της Σχέσης που είναι η ζωή. Η ισορροπία είναι σχετική με το μέτρο, η κατάκτηση του οποίου προϋποθέτει την υπέρβαση του εγώ και την αναγωγή στον Νου. Το ορθώς σκέπτεσθαι και πράττειν είναι εφικτό από τον άνθρωπο που οδηγείται από τη συνείδηση του συνυπάρχειν και δεν νοείται στα πλαίσια του «εγώ» για το λόγο ότι το ατομικό εγώ δεν βρίσκεται σε κοινωνία με το εσύ και το όλον.
Θα μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε την αξία της εφαρμογής των λόγων του Θεού τώρα, περισσότερο από άλλοτε, σήμερα, στην εποχή της κρίσεως, του αδιεξόδου της ανθρωπότητας, της αποτυχίας του παγκόσμιου οικονομικοκοινωνικού συστήματος κι ενός πολιτισμού που βασίστηκε στην τεχνολογική πρόοδο, αγνοώντας τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον!
Θα μπορούσαμε να νιώσουμε τώρα, καλύτερα από ποτέ, πόσο είμαστε εμείς οι ίδιοι υπεύθυνοι!
«Γιατί με προσφωνείτε «Κύριε, Κύριε» και δεν εφαρμόζεται αυτά που σας λέω; Όποιος έρχεται σ’ εμένα κι ακούει τα λόγια μου και τα εφαρμόζει θα σας δείξω με ποιον μοιάζει: Μοιάζει μ’ εκείνον που για να χτίσει σπίτι, έσκαψε βαθιά κι έβαλε τα θεμέλια πάνω σε βράχο. Αντίθετα, αυτός που ακούει τα λόγια μου και δεν τα εφαρμόζει, μοιάζει μ’ εκείνον που έχτισε το σπίτι του πάνω στο χώμα, χωρίς θεμέλια. Μόλις έπεσαν ποτάμι τα νερά πάνω του, γκρεμίστηκε, κι η ζημιά που έπαθε το σπίτι ήταν μεγάλη»
ΑΛΚΜΗΝΗ ΚΟΓΓΙΔΟΥ
Ποιήτρια-δοκιμιογράφος